Με το να δίνουμε σε ένα παιδί αισθήματα αγάπης και ασφάλειας από τις πρώτες μέρες της ζωής του δεν το ΄κακομαθαίνουμε΄ αλλά είναι σαν να του ανοίγουμε ένα λογαριασμό που έχει μέσα εμπιστοσύνη, αυτοσεβασμό και εσωτερική ασφάλεια από τον οποίο μπορεί να τραβάει σε όλη του ζωή.

Τα μωρά δεν κοιμούνται πολλές συνεχόμενες ώρες. Ο πρώτος βασικός λόγος είναι αναπτυξιακός. Τα μωρά μεγαλώνουν με αστρονομικό ρυθμό τα πρώτα χρόνια και ο εγκέφαλος τους πρέπει να επιτυγχάνει πραγματικούς άθλους ανάπτυξης πάρα πολύ γρήγορα, κάτι που γίνεται αποτελεσματικά στις φάσεις του ελαφριού ύπνου.

Ο δεύτερος λόγος είναι η επιβίωση τους. Τα μωρά περνούν πολύ περισσότερο χρόνο σε κατάσταση ελαφριού ύπνου, ώστε να μπορούν να ξυπνήσουν για να δώσουν στη μαμά τους το μήνυμα ότι χρειάζονται φροντίδα πχ. πεινούν, έχουν βραχεί, διψούν, πονούν κτλ.

Καθώς είστε κατάκοπες από τη στέρηση ύπνου, καθώς το μυαλό σας πλέον δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά, καθώς οι δυνάμεις σας, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές, αρχίζουν να σας εγκαταλείπουν, καθώς το μόνο που σκέπτεστε πλέον είναι πως και πότε θα κοιμηθείτε επιτέλους, καθώς οι αντιστάσεις σας σε όλους αυτούς τους ανθρώπους γύρω σας που σας λένε να αφήσετε το μωρό σας να κλάψει μερικές νύχτες και έτσι θα γλυτώσετε δια παντός από το πρόβλημα της αϋπνίας κάμπτονται σιγά σιγά, θυμηθείτε ότι αυτό που κυρίως σας λείπει, ώστε να μπορέσετε να αποφασίσετε τι θα κάνετε, είναι η προοπτική. Για να ανακτήσετε την προοπτική των πραγμάτων, αναρωτηθείτε τα εξής: Πού θα βρίσκομαι πέντε χρόνια από σήμερα; Πώς θα θυμάμαι αυτές τις στιγμές που περνάω τώρα; Θα είμαι περήφανη ή θα μετανιώνω για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκα τον ύπνο του μωρού μου, τον δικό μου, όλης της οικογένειας; Πως οι δικές μου πράξεις σήμερα θα επηρεάσουν την προσωπικότητα του μωρού μου στο μέλλον;

Ο Bowlby και οι συνεργάτες του μελέτησαν παιδιά δώδεκα με είκοσι τεσσάρων μηνών που αφήνονταν μόνα τους να κλαίνε μέχρι να σταματήσουν. Κατέγραψαν ότι υπήρχε μια πρώτη φάση που την ονόμασαν «φάση διαμαρτυρίας», όπου το μωρό έκλεγε δυνατά και ήταν υπερβολικά ανήσυχο, μετά η «φάση απελπισίας» όπου το μωρό έκλαιγε σε μονότονο τόνο και η τρίτη η «φάση απόσπασης», όπου το μωρό πλέον αποσυσχετιζόταν από το περιβάλλον. Δηλαδή, παρότι πράγματι το κλάμα σταματούσε, φαίνεται ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας κατάστασης απάθειας στο παιδί. Με άλλα λόγια το παιδί σταματούσε να κλαίει, επειδή μάθαινε ότι σε κατάσταση ανάγκης κανένας δεν αποκρινόταν και όχι επειδή είχε λυθεί το στρες που ένιωθε (το στρες εξαλείφεται ή μειώνεται μόνο όταν αντιμετωπιστεί η αιτία του).

Τα παιδιά που παραμένουν αφρόντιστα είναι πιθανότερο να γίνουν άτομα ανασφαλή, αγχώδη, αμφιθυμικά, και κλεισμένα στον εαυτό τους. Ενώ η τακτική φυσική επαφή, η φροντίδα και η παρηγοριά σε ένα μωρό φτιάχνει ένα παιδί με εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ικανό να δημιουργήσει και να διατηρεί λειτουργικές και παραγωγικές ανθρώπινες σχέσεις.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία της γονικής προσήλωσης, τα μωρά γεννιούνται χωρίς την ικανότητα να ρυθμίζουν τα συναισθήματα τους και να αυτοπαρηγορούνται. Αυτό το μαθαίνουν από τον άνθρωπο που τα φροντίζει. Όταν η μητέρα αποκρίνεται με συνέπεια και ευαισθησία, το μωρό, εκτός από αυτή τη συμπεριφορά καθαυτή, την οποία μαθαίνει και αργότερα θα μπορεί να μιμηθεί, αντιλαμβάνεται επίσης τον εαυτό του ως άξιο αγάπης.

 

Μην σκέπτεστε ότι κακομαθαίνετε το μωρό ή ότι σας χειρίζεται. Αυτός ο τρόπος σκέψης το μόνο που θα κάνει είναι να σας απομακρύνει από το παιδί σας. Άλλωστε, έχετε ποτέ ακούσει κανέναν γονιό να κοιτάζει το παρελθόν και να λέει ότι ήθελε να έχει δώσει λιγότερη αγκαλιά στο παιδί του; Συνήθως οι περισσότεροι λένε το αντίθετο! Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποφασίσετε αν η επιθυμία του παιδιού σας να κοιμάται δίπλα σας είναι από ανάγκη ή συνήθεια.

Από το βιβλίο: «Τα μωρά είναι άνθρωποι της νύχτας»